σήθω

ΜΑ
κοσκινίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. σή-θω (αμάρτυρος δωρ. τ. *σᾱθω), με επίθημα -θω- (πρβλ. ἀλήθω, νήθω) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *tuā- «κοσκινίζω» (πρβλ. αρχ. ινδ. titau- «κόσκινο») και συνδέεται με το ρ. δια-ττάω* «κοσκινίζω καλά». Χωρίς επίθημα -θω μαρτυρείται, τέλος, ο ενεστ. σῶ, -άω (Ι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σω — (I) σῶ, άω, Α σήθω*. κοσκινίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. σήθω]. (II) έω, Ν σείω, κουνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < Διαλ. τ. τού ρ. σείω]. (III) σῷ, οἱ, Α (αττ. συνηρημένος τ.) σῷοι …   Dictionary of Greek

  • Σηστός — Πόλη της αρχαίας Θράκης, απέναντι από την Άβυδο της ασιατικής ακτής. Ήταν αποικία των Αιολέων και αναφέρεται αρχικά από τον Όμηρο. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως το 513 π.Χ. ο Δαρείος είχε περάσει από τη Σ. όταν γύριζε από την εκστρατεία του εναντίον… …   Dictionary of Greek

  • άσηστος — ἄσηστος, ον (Α) ο ακοσκίνιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + σηστός < σήθω «κοσκινίζω»] …   Dictionary of Greek

  • αλώ — ἀλῶ ( έω) (Α) 1. (στον Όμηρο μόνο ως κατ αλῶ) συντρίβω, μεταβάλλω σε σκόνη, αλέθω 2. φρ. «βίος ἀληλεμένος», ζωή πολιτισμένη, άνετη (δηλ. πολιτιστική κατάσταση, όπου γίνεται χρήση αλεσμένου σιταριού και όχι καρπών στη φυσική τους κατάσταση).… …   Dictionary of Greek

  • επισήθω — ἐπισήθω (Α) [σήθω] επιπάσσω, πασπαλίζω («ψῆγμα χρυσίου ἐπέσηθον ταῑς κόμαις», Ιώσ.) …   Dictionary of Greek

  • κατασήθω — (AM) περνώ κάτι από λεπτό κόσκινο, κοσκινίζω αρχ. διασπείρω, διασκορπίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + σήθω «κοσκινίζω»] …   Dictionary of Greek

  • σάφα — Α επίρρ. (ποιητ. τ.) 1. σαφώς, φανερά, ολοφάνερα 2. (με γνωστικά και λεκτικά ρήματα) βεβαίως («σάφ οἶδα ὑπό τε τῶν ἀγαθῶν πεπανθήσεσθαι», Ξεν.) 3. φρ. «σάφα λέγω» λέω την αλήθεια («ἐπιστάμενος σάφα εἰπεῑν», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Το… …   Dictionary of Greek

  • σήσις — ήσεως και δωρ. τ. σᾱσις, άσεως, ἡ, Α [σήθω] το κοσκίνισμα …   Dictionary of Greek

  • σήστρον — τὸ Α λεπτό κόσκινο, σήτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήθω «κοσκινίζω» + επίθημα τρον (πρβλ. ἄρο τρον)] …   Dictionary of Greek

  • σήτα — και παλ. τ. σήττα, η, Ν 1. λεπτό κόσκινο, η κρησάρα 2. τεχνολ. λεπτό δικτυωτό πλέγμα, κατασκευασμένο από συρμάτινες ή πλαστικές ίνες, το οποίο χρησιμοποιείται για τον διαχωρισμό διαφόρων υλικών σε κόκκους ή στα κουφώματα τών κατοικιών για να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.